|
ΑΥΤΟΣΥΣΤΑΣΗ
Στο κτήμα της οικογένειας Γκολέμη στη Λακωνία η δουλειά κρατεί καλά όλο το χρόνο. Σε ένα κτήμα 250 στρεμμάτων καλλιεργούν βιολογικά κηπευτικά, αμπέλι, ξινά και ελιές, ενώ το καινούργιο τους πείραμα είναι οι κότες αυγοπαραγωγής.
Η επίσκεψη στο κτήμα της οικογένειας Γκολέμη στην Παλαιοπαναγιά Λακωνίας ήταν η αφορμή, για να δούμε από κοντά πώς λειτουργεί μια σύγχρονη και ακμάζουσα γεωργική επιχείρηση που στηρίζεται στις αρχές της βιολογικής γεωργίας. Είχαμε μάθει ότι η οικογένεια διατηρεί πολλές, διαφορετικές καλλιέργειες. Όμως, άλλο να το ακούς και άλλο να περιηγείσαι σε ένα κτήμα 250 στρεμμάτων (με τα 110 ενιαία) με κηπευτικά, αμπέλι, ξινά και ελιές. Εννοείται πως δεν λείπουν ούτε τα ζώα. «Οι κότες αυγοπαραγωγής είναι το καινούργιο μας πείραμα και πάει πολύ καλά. Τα πρόβατα και τα γουρούνια τα έχουμε μόνο για οικογενειακή κατανάλωση». Δεν ισχύει φυσικά το ίδιο για τα ελάφια; «Όχι», μου απαντά γελώντας ο 35χρονος Τάσος, που μαζί με τον αδελφό του Χρήστο είναι οι ιδιοκτήτες του κτήματος. «Αρέσει στα παιδιά να τα φροντίζουν».
Στην ξενάγηση μάθαμε ότι η δουλειά κρατεί καλά όλο το χρόνο. Τα πορτοκάλια ξεκινούν από τον Οκτώβριο και με τις τέσσερις ποικιλίες που έχουν (ναβαλίνα, μέρλιν, κοινό Σπάρτης, σαλουστιάνα) μαζεύουν ακόμα και το Μάρτιο. Σ' αυτό το διάστημα βγαίνουν και τα μανταρίνια κλημεντίνες, ενώ στον υπαίθριο λαχανόκηπο καλλιεργούνται τα χειμωνιάτικα κηπευτικά (μπρόκολα, λάχανα, μαρούλια, αντίδια) και δίπλα οι βρώσιμες ελιές και εκείνες για το λάδι. Η καλοκαιρινή σοδειά δίνει ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κολοκύθια, καρπούζια, πεπόνια, φασολάκια, μπάμιες, πολλά μυρωδικά, ενώ ο κύκλος εργασιών κλείνει με τα σταφύλια το Σεπτέμβρη.
Δεν είναι μεγάλη ταλαιπωρία να έχει κανείς τόσες διαφορετικές καλλιέργειες; «Διαλέξαμε την παραγωγή διαφορετικών προϊόντων για πολλούς λόγους. Πρώτον, για εμπορικούς. Αν τύχει και καταστραφεί ένα προϊόν, θα έχουμε την ευκαιρία να ρεφάρουμε από ένα άλλο. Επίσης, οι πολλές ποικιλίες από το ίδιο είδος εξασφαλίζουν ότι δεν θα χαθεί ένα ολόκληρο είδος από μια ασθένεια. Αυτό όμως που μετράει περισσότερο είναι η αντίληψη ότι η ίδια η φύση είναι μια αλυσίδα, όπου το ένα είδος τρέφει το άλλο. Όταν αφήνεις τον βιόκυκλο να λειτουργήσει, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιείς ξένα υλικά».
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Πολλά. Με τα κηπευτικά και τα εσπεριδοειδή που περισσεύουν ταΐζουν τα ζώα, από τα οποία παίρνουν την κοπριά για να λιπάνουν τις καλλιέργειες. Επίσης, ένα μέρος της λίπανσης εξασφαλίζεται από φυτά. Όταν οι 2.500 πορτοκαλιές χρειάζονται άζωτο, σπέρνουν ψυχανθή που εμπλουτίζουν το έδαφος με το συγκεκριμένο συστατικό. Αντίστοιχα, όταν κάποια καλλιέργεια θέλει φώσφορο, βάζουν αγρωστώδη. Αυτό δεν σημαίνει πως όταν πρέπει δεν χρησιμοποιούνται κάποια βιολογικά σκευάσματα. Η προτεραιότητα όμως δίνεται στην προσπάθεια να διατηρήσουν ζωντανό το χώμα.
Γι' αυτό εφαρμόζουν τη μέθοδο της αγρανάπαυσης, αλλά και την πρακτική τού να αλλάζεις καλλιέργειες στο ίδιο χωράφι. «Συνήθως, μετά τη μελιτζάνα βάζουμε φασόλια και όχι πάλι μελιτζάνα, γιατί οι εχθροί που τη χτύπησαν την πρώτη φορά θα είναι πιο ισχυροί τη δεύτερη, ενώ δεν αναπτύσσονται καθόλου με το φασόλι. Έτσι έχουμε πιο δυνατά φυτά και πιο αδύναμους εχθρούς», λέει ο Χρήστος.
Βέβαια, με όλα αυτά η δουλειά γίνεται πολύ πιο κοπιαστική σε ετήσια βάση. Υπάρχουν τρεις εργάτες, αλλά στην οικογένεια Γκολέμη βοηθούν όλοι. Εκτός από τον Τάσο, τον Χρήστο και τις συζύγους τους, στο κτήμα εργάζονται και οι γονείς τους αλλά και η φοβερή γιαγιά Βασιλική. «Είναι 88 ετών και δεν σταματάει. Βοηθάει στην κτηνοτροφία, φυτεύει τα σπόρια για τα κηπευτικά, θα βάλει ένα χεράκι όπου μπορεί», μαθαίνουμε. O πεντάχρονος Βρασίδας, ο γιος του Τάσου, βοηθά μαζεύοντας τα αυγά, ενώ ο δεκαεξάχρονος Νίκος, ο γιος του Χρήστου, συμμετέχει σε όλα. Δηλώνει δε ενθουσιασμένος και έχει αποφασίσει ότι θα κρατήσει την επιχείρηση, κάτι που φυσικά κάνει τον Χρήστο πολύ χαρούμενο, αφού και εκείνος και ο Τάσος πήραν αυτή την απόφαση περίπου στην ίδια ηλικία. Ο Τάσος μάλιστα, που πήγαινε στο επαγγελματικό λύκειο, ακολούθησε το τμήμα της αγροτικής παραγωγής και μετά τον στρατό, ως νέος αγρότης, παρακολούθησε τα σεμινάρια του προγράμματος και έμαθε για τη βιολογική γεωργία. Το συζήτησε με τον πατέρα και τον Χρήστο. Έτσι, η οικογένεια αποφάσισε ομόφωνα ν' αλλάξει ρότα. «Μπήκαμε από το '97 στη βιολογική, από τους πρώτους. Θέλαμε να προσφέρουμε στη φύση αυτά που μας είχε δώσει απλόχερα. Άλλωστε, ήταν μια πρόκληση να φύγουμε από τα καθιερωμένα», λέει.
Και συμπληρώνει: «Στη βιολογική καλλιέργεια παίζουμε επί ίσοις όροις με τη φύση. Αντίθετα η συμβατική λειτουργεί όπως ο ντοπαρισμένος αθλητής. Στην αρχή ρίχνεις λίπασμα και έχεις μεγάλη παραγωγή. Αυτό δεν σταματάει. Θέλει όλο και περισσότερο ντοπάρισμα, με αποτέλεσμα ο αθλητής να εξαντλείται. Ενώ εμείς χρησιμοποιούμε την ευφυΐα της φύσης και αφήνουμε το φυτό να αναπτυχθεί και να αποδώσει το μέγιστο των δυνατοτήτων του χωρίς να το πουσάρουμε». |